Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2007

ΔΙΑΜΑΛΑΚΣΕΟΣ



γράφει ο Σίμος Kαραγαβριηλίδης (freerider@mail.gr)


Ο διάβολος μπήκε απ’ αυτή την πόρτα. Η παράσταση τελείωσε. Με μουσική υπόκρουση. Οι όροι είναι ίδιοι, όμως το αρχικό αμάρτημα επαναλαμβάνεται. Πάντοτε. Με εκλογικές διαδικασίες, αναλογικότατες. Ούτε τα γηρατειά δεν τους πτοούν. Αυτή η γαμημένη η αίσθηση συμμετοχής. Εκεί. Να πάρουμε την καρέκλα. Για το καλό του τόπου. Όχι της αριστερής τσέπης. Όλοι μαζί. Να κάνουμε την Ελλάδα Εβρόπη.
Ο δραματουργός που συνέθεσε την ιστορία αυτού του κόσμου, όπως κι αν τον αποκαλείς, έριξε την αυλαία, και τέρμα. Μια άλλη ζωή αρχίζει, μια άλλη μέρα. Κάθε ζωή αποτελείται από πολλές μέρες, τη μία μετά την άλλη. Καμία νύχτα. Περπατάμε μέσα μας, συναντώντας ληστές, όμορφες, γέρους, νέους, συζύγους, αχρείους, μουσικούς. Όμως, πάντα συναντούμε τους εαυτούς μας. Εσύ. Με μια φωνή τραγουδάς χαμηλόφωνη, που δε μοιάζει ούτε με βροχή, ούτε με αγάπη, ούτε με ανάσα. Τα χέρια σου και τα πόδια σου τραγουδάνε κι αυτά, όπως σε κείνη τη σκηνή, τότε. Το πιοτό. Χτυποκάρδι ανάμεσα σε νότες. Ένας σφυγμός όρθιος και περήφανος. Τα λόγια; Η μουσική; Όχι, αυτό που βρίσκεται από πίσω. Ξεχείλισμα θερμού γλειψίματος. Χειλιών. Η γλώσσα της αμαρτίας. Φωνή γεμάτη άρωμα. Δεν ψηφίζει. Είναι εκτός τόπου και χρόνου. Με πάθος και λάγνα όνειρα. Στη σκηνή πάντα. Όλοι χειροκρότησαν. Τραγουδώντας μαζί. Πετώντας ψηλά όλα τα σύννεφα με τα δυο τα χέρια. Ο χρόνος είναι αυτός που δημιουργεί τη μελωδία. Σαν να ακούει ο Μπόμπ Ντύλαν Ντρεντ Αστέρ στο εμ-πι-θρι-πλέυερ. Τους άκουγες και συ ένα βράδυ που γύριζες σπίτι αργά με το ποδήλατο. Αφού είχαν τελείωσε τα Διαμάντια, κι έβρεχε Αστέρια. Που έπεφταν. Αλλά η μουσική εκεί. Με κιθάρες ξέφρενες. Όπως στη σκηνή. Ναι, χαρά πρέπει να είναι. Γιατί πρέπει να είσαι χαρούμενος για να ακούσεις μουσική. Ή λιώμα. Συχνά είχα την εντύπωση πως είχε τις μαύρες της, μέχρι που άρχισε να σιγοτραγουδάει “I make the world turn again and again” και να χτυπιέται με ηδονή. Γάτα που στριγκλίζει. Σαν μετάξι που σκίζεται. Και την ώρα που όλοι είναι φευγάτοι κι έχουν πάρει τον κατήφορο. Και οι 80 στους 100 που τους ψήφισαν. Κι εσύ. Κι εσύ. Κι ο άλλος. Δε βαριέσαι. Δεν κρατάω κακία. Αυτά είναι ονομασίες. Σύντομα θα γεράσω. Ακούγοντας μουσική και χορεύοντας. Ελπίζω. Αυτή είναι ονομασίαστασίγουρα. Σαν μια λέξη. Και χύνοντας ένα δάκρυ για κείνους που μαρτύρησαν. Για όλα όσα πεθαίνουν, παθιασμένα και άμοιρα.Επειδή η ανάσα τους. Το απότομο σταμάτημα δεν έχει σταματημό. Όλοι βυθισμένοι στον οίκτο. Και όλοι κατάβαθα συγκινημένοι χειροκροτούν. Οι πολλοί με σημαιάκια κινούμενα, χρωματισμένα. Είναι καλύτερα να μην προχωρήσει κανείς, παρά μέχρι τα μισά. Παράδειγμα: οι μουσικομανείς των Διαμαντιών. Όλο αυτιά. Να μην χάσουν ούτε ένα τριακοστό δεύτερο. Τα μάτια κλειστά. Το κεφάλι στο ρυθμό. Αποχαυνωμένοι όμορφα. Να μην τολμάς να κουνηθείς. Μιλώντας συνεχώς για την τρέλα τους. Μέσα ή έξω τους. Φλυαρία με αφορμή τις νότες και τις λέξεις. Η ώρα είναι μία, κι όλα ησυχάζουν. Κοιμηθείτε! Υπάρχουν πληγές που επουλώνονται μόνο με το βάλσαμο της τρυφερότητας, της αγκαλιάς, πριν κοιμηθείτε. Ο καθένας με τα γούστα του, βρε αδερφέ. Στην κόλαση. Μαζί. Από τώρα λοιπόν Πρίγκιπα Στέλιο. Ξέρεις. Εκείνος που ξέρουμε όλοι. Στην κόλαση, που δεν ξέρουμε όλοι, γιατί κανείς δεν γυρίζει. Αν πάει. Αν υπάρχει. Αν είμαστε μόνοι εσύ και γω κι ο άλλος κι η άλλη μπροστά και κάτω από τη σκηνή. Και η παράσταση έτσι κι αλλιώς τελειώνει. Κι εμείς σαν μεθυσμένοι απεραντολόγοι. Κι η ανθρωπότητα μας οφείλει περισσότερα. Σε μας μόνο. Τους νεαρούς βλαστούς που δεν γέρασαν ακόμη. Μέσα. Κι ας ερχόμαστε από μακριά. Από πόλεις του μέλλοντος ανθρώπινες. Γιατί στο τώρα αποκλείεται ποτέ να γίνουν. Φωνάξτε τον βασιλιά Ιησού να μας σώσει. Δεν χαρίζει κάστανα. Βάλτε το καλά στο νου σας. Σωτηρία. Τύχη. Φυλαχτό. Αναμάρτητος. Με συγκλονιστική σαιξπιρική ερμηνεία. Δυστυχώς, πέταξα το πρόγραμμα στη φωτιά. Αν υπήρχε. Ήταν σαν ένα παλιό playlist που κάποιος σκιτσάρισε με μαύρο μελάνι μια νεκροκεφαλή και δύο σταυρωτά. κόκαλα. ΕΠΙΜΕΝΩ ΝΑ ΑΚΟΥΩ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ. Το φωνάζεις, σα να κυνηγάς αγριόχηνες εκτός κυνηγετικής περιόδου. Χάνεις την ώρα σου. Τι σου λείπει άλλωστε; Το γρήγορα κερδισμένο χρήμα σπαταλιέται γρήγορα. Με καίει η απουσία σώματος. Παράλληλα, αν σταματήσει το πνεύμα μου να είναι παρόν για να πάρει γρήγορη απόφαση; Είναι και κείνα τα γλοιώδη ερπετά που προσποιούνται τους ανθρώπους των γραμμάτων. Και των τεχνών. Και των μουσικών σχημάτων. Και των μάνατζερς που τα παίρνουν. Και δίνουν. Δε βαριέσαι. Εμείς εκεί. Όλο αυτιά με Διαμάντια. Επιθετικά και εκστατικά. Με ριφς από το πουθενά στο τύμπανο του μέλλοντος.Κι ας μπαίνουν στη Βουλή οι υψώνοντες τον βυζαντινό αυτοκρατορικό αετό του μαυροκίτρινου θεού που παίζει και σε γήπεδα. Δε βαριέσαι. Η θεραπεία επιτυγχάνεται δια μαλάξεως.-



Προσπαθώ να αδιαφορώ για τα ήθη των ανθρώπων, και να κοιτάω μόνο το ήθος τους. Ο Σίμος Καραγαβριηλίδης είναι περίπτωση ανθρώπου με ήθος --αυτό μπορώ να το βεβαιώσω. Παλαιός φίλος τής εκπομπής, μέγας μύστης των αχράντων σκηνικών μυστηρίων (συναυλιών), αφοσιωμένος στη μουσική. Μερικές μέρες πριν, μου emailησε το κείμενο και τις φωτό, που αποτελούν το παρόν ποστ, για
«να τα κάνεις ό,τι νομίζεις, Γιάννη». Τα έκανα ό,τι νόμιζα. Και λέω ότι έκανα άριστα. Και διάνα. Ο Σίμος Κ. ζει στη Βέροια, με τη γυναίκα του, Χαρίκλεια Αξούριστου (τη Χα), και τα δΓυο τους αγόρΓια.
[Και για να μην ξεχνιόμαστε, το ποστίδι με τίτλο
‘υγρά’
εξελίσσεται. Σκέφτομαι, μόλις τελειώσει, όοοοταν τελειώσει, ααααν τελειώσει, να το δΓιαγράπσω. Θα δούμε. Γεροί να είμαστε και πΧοιος ξέρει πόσα έχουμε να δούμε ακόμα.]

ΓΣ

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2007

αυγουστοσεπτεμβριάτικες αναμνήσεις

Φύσηξε το αυγουστιάτικο αεράκι, και μας χώρισε από τους εν ραδιοφώνω φίλους μας. Κι ώσπου να πεις «φου», ξαναφύσηξε, κύλησαν τα μερόνυχτα, και ξανασμίξαμε στον 9,58. Στις αγαπημένες μας μεσονύχτιες συνεδρίες.

Κι αν το μεγαλύτερο μέρος τού κυρΑύγουστου το περάσαμε χώρια, εκτός στούντιο, εκτός υπηρεσιακής παραζάλης και λοιπών παρεμφερών, το κουδούνι χτύπησε, και μπήκαμε στις τάξεις (και σε τάξη;) από Σεπτέμβρη.

Ο Nikola Sarcevic στ’ αφτιά μας. Δείχνει να πιστεύει στον έρωτα. Με τη σειρά μας, οι αδαμαντιστές πιστεύουμε στην τέχνη του. Ο Σουηδός πάνκης των Millencolin μάς προέκυψε ακόμη πιο αισθαντικός στο δεύτερο, περσινό άλμπουμ του, ‘Roll Roll and Flee’. Τι κι αν δεν έτυχε επίσημης διανομής στην Ελλάδα; Εμείς το έχουμε. Το έχουμε μέσα μας, δηλαδή.

Βίοι παράλληλοι με τον συμπατριώτη του, Dennis Lyzxén και τους Lost Patrol Band του. Αγριοπάνκης ανυπόταχτος ο Ντένις μας, αλλά στο περσινό ‘Automatic’ των ΤLPB, το οποίο βρέθηκε …πρώτο τραπέζι πίστα στις προτιμήσεις μας, αφήνει τις κραυγές, και διακονεί τη μαστοριά τού καθηλωτικού ρεφρέν. GrooveNroll αρίστης ποιότητος.

Κι ύστερα, είναι κι εκείνη η αντεπίθεση της Bloodshot Records, την οποία Bloodshot, καταπώς φαίνεται, έχουν υιοθετήσει τα ‘διαμάντια’. Αντεπίθεση με κυκλοφορίες-τεφαρίκι: Dollar Store, Danbert Nobacon and the Pine Valley Cosmonauts, Ha Ha Tonka. Όλα τα περιφερειακά στο www.bloodshotrecords.com. Όλη η ουσία; Στα ‘διαμάντια’. Στον 9-58.

Ως και ποιητικός οίστρος μάς κατέλαβε εκ νέου, όταν μια βραδιά «επιτεθήκαμε» αγαναχτισμένοι από μικροφώνου 9,58 στο δίπολο «ύπαρξη - ανυπαρξία» με τους εξής στίχους μας:

Δεν ξέρουμε πώς είναι η ανυπαρξία,

Γιατί έχουμε μάθει στην ύπαρξή μας.

Έχουμε συνηθίσει τόσο να υπάρχουμε.

Έγινε ΚΑΙ η ύπαρξη συνήθειά μας.

Υπάρχουμε από συνήθειο.

Αλλά κι όταν καταργηθεί η ύπαρξή μας

(which is no big deal, anyway),

ούτε και τότε θα κατορθώσουμε να δώσουμε αναφορά στους υπάρχοντες

σχετικά με το πώς ΒΙΩΝΟΥΜΕ, χα χα χα… ΒΙΩΝΟΥΜΕ!, την ανυπαρξία μας πια.

Μια που κώδικας επικοινωνίας μεταξύ υπαρχόντων και μη-υπαρχόντων

Δεν έχει επισήμως ανακαλυφτεί.

Μόνο αν ΥΠΑΡΞΕΙ μια λανθάνουσα κατάσταση, ένα μεταίχμιο που να συνδυάζει λίγο από ύπαρξη και λίγο από ανυπαρξία,

μόνο τότε ένας που υπάρχει, θα καταλάβει πώς είναι να μην υπάρχεις.

Τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη θα ’χουμε να τις θυμόμαστε για τον συντονισμό από τους ραδιοθαλάμους τής Αγγελάκη τής απευθείας σύνδεσης με τον ΜΥΛΟ για τη μετάδοση της 5ης Γιορτής Τζαζ, σε συνεργασία με τον Αρχιμήδη Παναγιωτίδη επιτόπου.

Κερασάκι στην τούρτα τής περιόδου Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2007: μια απολαυστική τηλεφωνική συνέντευξη, τα ξημερώματα της Παρασκευής , 28 Σεπτεμβρίου, με τον Γιάννη Βραχνό, ιδιοκτήτη τού music - bar, Silver Dollar στην Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, με την ευκαιρία τής κυκλοφορίας τής δωρεάν διανεμόμενης και περιορισμένων αντιτύπων συλλογής STARS OF A HAPPY FAMILY VOLUME 01: ενός CD-καθρέφτη τής νέας και δυναμικής ανεξάρτητης ροκενρόλ σκηνής τής Θεσσαλονίκης. Ήδη, αντίτυπα της ήδη συλλεκτικής συλλογής με το περιποιημένο artwork οδεύουν προς τυχερούς παραλήπτες-συνακροατές μας.

Κι αν παραλείψαμε να αναφέρουμε κάποια δράση μας, πού να μας μείνει μυαλό, με τόσο έντονες έως ιδρωτικές εκπομπές που ζήσαμε μες στον Σεπτέμβρη;

Και εις άλλα με γεροσύνη και δύναμη,

Γιάννης Σημαντήρας

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

υγρά


Έχω μια παλιά λεκάνη. «Παλιά» λέγοντας, όχι καταστραμμένη, αλλά ημιξεθωρΓιαζμένη, επειδής την φυλάω ακάλυπτη στο μπαλκόνι κατά περιόδους. Τώρα την έχω μες στο σπίτι. Πλυμμένη και σένια. Tην χρησιμοποι-ώ μόνο για να βάζω τα ρούχα που βγάζω φρεσκοαυτωμένα από το πλυντήρι-ο. Δεν μιλάμε για τίποτα μπασκλασαρία λεκάνη. Πλαστική μεν, σικάτη δε. Έχω ξεχάσει τι μάρκα είναι. RubberFuckingMaid, or something. Γερό brand name, σαναλέμε. Πρασινωπή.Λίγα γδαρσιμάτακια, επίσης, παίζουν στην επιφάνεια της (παρακαλώ, να δΓιαβαστεί ε-πι-φά-νεια, όχι ε-πι-φά-νει-α), αλλά ντάξει, πταίζματα τώρα, τι ψάχνεις να βρεις;

Μια από αυτές τιζ μέρες (ή νύχτες, για να έχω περισσότερη ησυχία), θα την πάρω και, αφού την ξεπλένω με άφθονο καυτό νερό, θα την μετατρέψω σε δοχείο βλακείας. Τηζ βλακείαζ μου. Πρώτον, θα αδΓειάσω μέσα της Soflan υγρό απορρυπαντικό πλυντηρίου, με άρωμα βανίλια. Ένα λίτρο.Mετά, θα αδΓειάσω 250ml λάδι. Τι δΓιάολο, το ελαιόλαδο είναι πηγή ζωής. Σωστά; Σωστότατα.

Αχά! Πάμε να δημιουργήσουμε σαλάτα; Ή μήπως κάτι καταλαβαίνω λάθος; Και τι βάζουμε σε μια τέτΧοια σαλάτα; Ξίδι; Μπα, αυτό το σερβίρουνε σε όσους θυμώνουν. Και εγώ δεν βλέπω για πΧοιον λόγο πρέπει να χάσουμε την ψυχραιμία μας. Λεμόνι. Στύβω ένα ολόκληρο στον γυάλινο-ημιαντικέ στύφτη μου, κληρονομιά από τους παππούδεζ μου, και αδΓειάζω τον φρέσκο χυμό λεμονιού στη λεκάνη με το Soflan και το λιόλαδο.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2007

we’re a happy family

Ουκ ολίγες φορές, από το μικρόφωνο της εκπομπής, έχω κριτικάρει ό,τι και όσους (με την πραχτική τους και με τις ενέργειές τους) με εξοργίζουν και με/μας προκαλούν και μας υποτιμούν oλοφάνερα. ΔημΙοσΧιογράφους και ψευτοεκπομπατζήδες τής συμφοράς, την ΕΡΤ3 και την ΕΡΤ ΑΕ, πρόσωπα και πράΓΚματα, της ημιβλακειότητάζ μου μη εξαιρουμένης ασούμε. Όταν συμβαίνει αυτό, δηλαδής να βγάζω στη φόρα δΓιάφορες εξώφθαλμες παπαρΓιές, τότες φίλες και φίλοι εμπιστοσύνης (ανεξάρτητα από το αν συμμερίζονται τις απόψειζ μου και τα επιχειρήματά μου), ημιξινίζουν τα μούτρα τους, και -με τη σειρά τους- κριτικάρουν τη στάση μου: ήσουν σκληρός, εμφανίζεσαι αδέκαστος... καιταλοιπά. Εννοείται ότι την οδυνηρότερη κριτική-στην-οδυνηρή-κριτική μου την ασκώ εγώ στον εαυτό μου: πώς την είδες, ρε χαμένε; πΧοιος σε δΓιόρισε τιμητή των πάντων;
Απείρως περισσότερες φορές, τα ‘δΓιαμάντΓια’ έχουν συνταχτεί με πρωτοβουλίες. Και έχουν (ενίοτε μόνα τους στά μίντΓια) υποστηρίξει κινήσεις, με θέρμη που δεν κρύβεται, και μεθοδικά. Η πλάκα είναι (γκαμώ τις εκφράσεις, αθάνατη!) ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, ελάχιστοι (έως μηδενικοί) συνακροατές το επισημαίνουν. Ακόμα και για να δηλώσουν την αντίθεσή τους στην προσπάθΧεια, που η εκπομπή προβάλλει.
Ολόψυχα και ολόθερμα, στεκόμαστε αλληλέγγυοι στο Silver Dollar και στον Γιάννη Βραχνό, που έπραξε ό,τι δεν έχει πράξει η ΕΡΤ3 και ο Δήμος Θεσσαλονίκης: Συγκέντρωσε σε μια συλλογή την αφρόκρεμα νέων και λιγότερων νέων ροκενρόλ συγκροτηΓμάτων από τη Θεσσαλονίκη. Η συλλογή δεν αποσκοπεί σε εμπορικά κέρδη, είναι περΓιοριζμένης κοπής, δΓιατίθεται δωρεάν, λέγεται STARS OF A HAPPY FAMILY VOLUME 01, και θα παρουσΧιαστεί με όλη τη δέουσα ροκενρολοπρέπΧεια στο Silver Dollar, που βρίσκεται (εδώ και 11 συναπτά έτη!) στην Εθνικής Αμύνης 19, την Παρασκεβή, 28Σεπτεμβρίου2007, μετά τις 10 το βράδυ, όπως φαίνεται και στο σχετικό φλαϊεράκι. Όσοι δεν προλάβουν να αποχτήσουν το ΨΔ μπορούν τουλάχιστον να το χαίρονται ον έαρ.
Την ντιζαϊνική επιμέλεια του πρότζεκτ, όπως και πολλών άλλων ντολαρίσΧιων και μη, πιστώνεται μια από τις πΧιο στιλάτες περσόνες, που βαδίζει στουζ δρόμους τής Σαλόνικας. Check him here: http://www.myspace.com/karriewhite. Αnd be there.

Γιάννης Σημαντήρας

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2007

αυτοανάλυ-σηκ

Για κοίτα, φίλε μου: Αναγκάζομαι να αυτοαναλυθώ, επειδής δεν με κάλυψαν οι αναλύσεις τού ποιήματόζ μου, ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’, όπως αυτές δημοσΧιεύτηκαν στα σχόλια του σχετικού ποστάριου. Ξεκινώ μια σύντομη ανάλυση. ΟπΧοιοζδήποτε μπορεί να την προεχτείνει commentικά. Όπως υποστηρίζει η Χαρά (και δεκάδες άλλοι), όταν ένα έργο δει το φως τήζ δημοσΧιόητας, παύει να ανήκει στον δημιουργό του, και είναι -πλέον- (και;) του κοινού. Αυτό ισχύει και δεν ισχύει. Αλλά δεν θα μπούμε στην ουσία τού συγκεκριμένου φλέγοντος ζητήματος. Θα πούμε μόνον (το προφανές): ότι και ο δημιουργός ενός έργου, λίγο-πολύ μπορεί να δει πίσω από την πέτσα τού έργου. Τι δΓιάλο, ο ίδΓιος το έγραψε και δεν έχει το δικαίωμα να το αναλύσει; Όλοι οι άλλοι μπορούν να το ξεκοκαλίζουν, και ο ίδΓιος δεν νομιμοποιείται να πει γιατί το έγραψε και πώς το συνέταξε και πού αποσκοπούσε;
Με βάση το παρόν σκεπτικό, επιθυμώ να ξεκαθαρίσω ότι το ποίημά μου ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’ δεν είναι παρά ένα μαθηματικό παιχνίδι. Τουλάχιστον στο κουκούτσι τής πρόθεσήζ μου, έτσι το αντιμετώπισα. Εξηγώ: Πάντα με προβλημάτιζε η αναλογία αριθμού λέξεων στίχων και αριθμού λέξεων τίτλου ενός ποιήματος. Εδώ, στο ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’, το πηλίκο αυτό (αριθμός λέξεων τίτλου προς αριθμός λέξεων στίχων) είναι ακριβώς 1 (ένα). Τίμια φάση. Δικαιοσύνη. Ούτε παράπονα από τον τίτλο. Καμιά δΓιαμαρτυρία κι από τους στίχους (τον στίχο, εν προκειμένω). Ισοπαλία.Δεν κρύβω (γιατί πού να το ξέρει αυτό ο αναγνώστης, άμα δεν το μολογήσω;) ότι ήμουν πολύ κοντά στο να σκαρώσω το ποίημα, δίνοντάς του τίτλο ‘Η φούστα σου η εμπριμέ’, και στίχο απολύτως κανένα, δηλαδή ως ακολούθως:

‘Η φούστα σου η εμπριμέ’

Σε μια τέτΧοια περίπτωση, όμως, λόγω τού μηδενικού παρονομαστή, ο λόγος αριθμού λέξεων τίτλου προς αριθμό λέξεων στίχων θα έτεινε στο άπειρο, αν δεν με προδίδουν οι μαθηματικές αναμνήσειζ μου. Και δεν ήθελα αφηρημένες έννοιες, όπως το άπειρο, να μπλεχτούν στα πόδΓια μου (ή στα πόδΓια κάθε φίληζ μας, που θα φορούσε τη φούστα την εμπριμέ ή και -ενδεχομένως- άλλου τύπου φούστες). Ήθελα μόνο τα απτά, τα χειροπΧιαστά. Όπως τις εικονιζόμενες φούστες. Όπως τα μπούτΧια των γυναικών που τις φοράνε.

Γιάννης Γ. Σημαντήρας