Κι επειδή είμαστε αχόρταγοι καταναλωτές των Λαθών τους, αδημονούμε να παρακολουθήσουμε τιζ γλωσσικές κατρακύλες τού Γιάννη Πρετεντέρη. Έχουμε αγωνία, ώσπου να ξεφύγει από το έρκος των οδόντων του το αμίμητο «αλισΙβερίσι». Προφανώς, ο Γιάννης Πρετεντέρης μπερδεύει το αλισβερίσι με την αλισίβα. Άσε που για μας τους αδαμαντιστές, δεν υπάρχει αλιΣβερίσι, παρά μόνον αλιΖβερίσι. Για λόγους οικονομίας, ας μην ασχοληθούμε με τις πατάτες τού Μανόλη (ή Μανώλη, δεν θα χαλάσουμε τις καρδΓιέζ μας τώρα) Καψή. Ούτε βέβαια με τα κακουργήματα των ρεπορτατζήδων των παραθύρων.
Ούτε είναι ανάγκη να υπογραμμίσουμε ότι το team (team: αυτή κι αν είναι λέξη ολκής) των Μεγκατζήδων ειδησάδων των 20:00 δεν αφήνει ούτε έναν παραθυρωμένο καλεζμένο τους να μιλήσει. Oι μεγα-κήνσορέζ μας, συνεχώς και αδΓιαλείπτως, τουζ δΓιακόπτουν όλους ανεξαιρέτως (δΓιακρίσεις θα κάνουμε τώρα;). Με αγένεια. Με έλλειψη αγωγής. Προκλητικά. Δημιουργώντας από μόνοι τους μπάχαλο. Μην επιτρέποντας στον τηλεθεατή να παρακολουθήσει συζήτηση μεταξύ ανθρώπων, παρά ημιτσακωμούς φωνακλάδων. Μιλάμε για μεγάλη δΓιασκέδαση, δηλαδήςςς. (Οι μυγιάγγιχτες και λαλίστατες ΕΣΗΕΑ και ΕΣΗΕΜΘ τι έχουν να πουν για τις γλωσσικές ιλαροτραγωδίες και την εν γένει συμπεριφορά των ταγών τής Ενημέρωσης; Μήπως, όμως, και ο Πρόεδρος της ΕΣΗΕΜΘ, Πάνος Σόμπολος, από το ίδΓιο λογιστήρΓιο με τον Πρετεντέρη και την Τρέμη δεν πληρώνεται; Τι να πει και τι να μολογήσει ο μπαρμπα-Σομπ; Άσε να έχει φωνή και δύναμη μόνο για δΓιεκδικήσεις...)
Παρά τα προαναφερθέντα, το Μέγκα (και τα άλλα ιδΓιωτικά μεγαλοκανάλια) αποτελεί ένα αναγκαίο ανάχωμα στην από κρατικούς διαύλους επιχειρούμενη προπαγάνδα υπέρ τής (κάθε φορά) κυβέρνησης. Παράδειγμα:
Ξημερώματα Σαββάτου 5 Μαΐου 2007, έξω από την Πανεπιστημιούπολη Θεσσαλον
ίκης, κουκουλούχοι ασκούν το ...λειτούργημά τους: την πυρομανία. Οι Μεγκατζήδες προβάλλουν την είδηση τεκμηρΓιώνοντας την καθυστερημένη άφιξη της Αστυνομίας (ολίγων ένστολων ανδρών;). Βγαίνουν στο γυαλί αυτόπτες που πιστοπΧοιούν κατηγορηματικά ότι η Αστυνομία άργησε σχεδόν επιδειχτικά να φτάσει στην Εθνικής Αμύνης, όπου τα αυτοκίνητα γινόντουσαν παρανάλωμα (αυτό πώς θα το λέγαμε λάθος;) τού πυρός. Η ΝΕΤ, όμως, όλο το 24ωρο επιμένει να δΓιασώζει το ανύπαρχτο κύρος των φρουρών: «αστυνομικές δυνάμεις έσπευσαν στον τόπο…».Δεν είναι πρώτη φορά που η ΝΕΤ με κάνει να ντρέπομαι που είμαι συνάδελφος των ΝΕΤατζήδων στη μαμά ΕΡΤ ΑΕ. Μάλιστα, με αφορμή τις …αφορμές που κατά καιρούς απλόχερα μου δίνει η ΝΕΤ για αρνητικά σχόλια, ανέσυρα από το συρτάρι μου ένα συνεταιρικό κείμενο που είχαμε γράψει με τον μπράδερ Αντρέα Παλτόγλου. 250 (κόκκινες) λέξεις ο Αντρέ. 250 (μπλε) λέξεις εγώ. Σε ένα όλον και ενιαίον γραπτό. Το κείμενο, γραμμένο τον Οκτώβριο του 2006, θα ήταν το 5ο ‘συνextremis’. ‘συνextremis’ λέγαμε τη -βραχύβΓια, ως αποδείχτηκε- στήλη μας στο κιλκισαϊκό περΓιοδικό ‘inextremis’. Το κόνσεπτ ήταν ακριβώς αυτό: μισά εγώ-μισά εσύ, σε μια ολότητα κειμενική. Η συνεργασία μας με το περΓιοδικό δεν προχώρησε. Η στήλη ‘συνextremis’ τερμάτισε άδοξα την πορεία της. Κάνοντάζ με ακόμα πιο δύσκολο στο να δίνω κείμενά μου δεξΧιά-κι-αριστερά για δημοσίευση με πληρωμή. Γι’ αυτό και αραίωσα τις έντυπες εμφανίσειζ μου. Και περΓιορίζομαι στην τρισένδοξη μπλογκάρα μας.
Πού και πού, σκέφτομαι, για την ακρίβεια όχι πού και πού, αλλά σχεδόν συνέχεια, πως αν αυτός που ονομάζεται Γιάννης Σημαντήρας και συμπληρώνει το 250άρικό μου κείμενο, ήταν γυναίκα, τότε ίσως να είχα και εγώ τα τυχερά μου. Αυτό το λέω για να θέσω τον προβληματισμό στη διεύθυνση του περιοδικού (και κάθε περιοδικού), μπας και επιτέλους νοιαστούνε λίγο και για τα δικά μας τυχερά. Και επειδή μου αρέσουν τα κλισέ, δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό: Τρίζει η καρέκλα σου, Γιάννη! (και το «τρίζει» το λέω με στόμφο για να φοβηθείς λίγο παραπάνω).
Σε κάθε περίπτωση, φίλε αναγνώστη μας, το παν στη ζωή (μετά τα χρήματα) είναι η καταξίωση. Του καταξιωμένου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ, αν έχεις ακουστά.
Ειδήσεις βλέπω μόνο στη ΝΕΤ, αφενός γιατί με εξιτάρει η Χούκλη, αφετέρου δε γιατί είναι κρατικό κανάλι και πρέπει να συμβαδίζουμε με τις οδηγίες του κράτους. Και έχοντας παρακολουθήσει ουκ ολίγα δελτία ειδήσεων (γράφω «ουκ ολίγα» και όχι για παράδειγμα «αρκετά», γιατί όπως έχετε καταλάβει, πληρωνόμαστε με τις λέξεις), έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως η καταξίωση έρχεται μετά το θάνατο. Η «υστεροφημία» των αρχαίων ημών προγόνων, που μαθαίναμε παλιά στο σχολείο. Είναι, Γιάννη μου, καταξίωση να δείχνουν στο δελτίο ειδήσεων της ΝΕΤ την κηδεία σου; Είναι καταξίωση να γίνεται η κηδεία σου δημοσία δαπάνη; Σαφώς, λέω εγώ. Και την βγάζεις τζάμπα (οι συγγενείς σου για την ακρίβεια), και έχεις καβατζώσει και την καταξίωσή σου! Είναι σαν το παλιό, καλό λαϊκό άσμα: «Όλοι να θέλουν τη ζωή, και εγώ το θάνατό μου»!
Χτύπα ξύλο, άνθρωπέ μου! Ωραία πάσα μού κάνεις: με θάνατο, με κηδείες (έστω και δημοσία δαπάνη). Κρατικοδίαιτες κηδείες, κρατικοδίαιτες ακηδίες, κρατικοδίαιτες αηδίες, κρατικοδίαιτες τηλοψίες, έχεις κάτι, Andrew, εναντίον τού κράτους;
Για να μην θέτω ερωτήματα στον πλησίον μου, χωρίς πρώτα εγώ ο ίδΓιος να τα έχω απαντήσει, ξάστερα μάλιστα, θα πω ευθαρσώς και ευθέως (έχω κι άλλα ευ, αλλά κάνω οικονομία για το επόμενο ‘συνextremis’, π.χ. ευθύβολα, ευκλεώς), θα πω ευκρινώς ότι εμένα με δΓιασκεδάζει το κράτος, οι υπηρεσίες του, οι φορείς του, τα φερέφωνά του, οι παντοειδείς εκπρόσωποί του, όλα τα αναντικατάστατα και εσαεί αθεράπευτα ήθη κι έθιμα του Ελληνικού Δημοσίου. Βλέπω κι εγώ
ειδήσεις στη ΝΕΤ. Καθιζμένος στην καρέκλα μου που, ναι, τρίζει (πού το ξες, Αντρέα; έχεις έρθει σπίτι μου, και δεν το θυμάμαι;). Θα την λαδώσω σήμερα κιόλας.Όχι φανατικά, όχι σταθερά, και τίποτα άλλο πλην των ειδήσεων δεν βλέπω στη ΝΕΤ. Αλλά συχνά-πυκνά (μην πω κι εγώ «πού και πού», και θεωρηθεί ότι αντιγράφω τον προλαλήσαντα), παρακολουθώ τα δελτία ειδήσεων στη ΝΕΤ. Πρώτον -θα το ομολογήσω, κι ας πείτε, φίλοι, ότι με καθοδηγούν τα ορμέμφυτά μου-, οι παρουσΧιάστριες της ΝΕΤ μοστράρουν αφειδώς τα καυλωτικότερα ντεκολτέ. ΜεσημερΓιάτικα, στρώνω να φάω, ανοίγω την ΤV στη ΝΕΤ, και πέφτω πάνω σε ημι-ξώβυζα θεαματικά. Θυσία των ευπρεπών αυτών κυριών στον βωμό τής θεαματικότητας. Γίνονται ειδήσεις, χωρίς …αποκαλύψεις; Και μια υπερπροβολή τού (εκάστοτε) κυβερνητικού έργου, ένα overdose από Πρωθυπουργό και Υπουργούς στο γυαλί. Γιατί, πριν πεθάνουν όλοι αυτοί οι κύριοι, έχουν εξασφαλίσει μια δημοσία δαπάνη προβολή. Μια δημοσία δαπάνη ζωή.
κι άλλο στερνογράφι: Έπρεπε να το είχαμε φανταστεί. Θεο-ρώ ότι έπρεπε να το είχαμε φανταστεί: τη Μαρία Μόλιμτβα ο Θεός την βοήθησε να πάρει το eurovisionικό πρωτάθλημα. Το τόνισε κατηγορηματικά και αδΓιαμφιζβήτητα στις κάμερες και στα μικρόφωνα που της έπεσαν και την περικύκλωσαν. Η Μαρία Σερβίδα, οι Λαρισαίοι ποδοσφαιριστές, διάφοροι αθλητέζ μας τού στίβου κι ένας ολόκληρος στρατός ημι-φονταμενταλιστών πάσης θρησκείας τα έχουνε κάνει πλακάκια με τον Θεό. Δεν εξηγείται αλλιώς. Πέστε μας κι εμάς το μυστικό, ρε μοναχοφάηδες τής θείας χάρης, γαμώ τον θε...ίο σας!
