Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2006

ΜΗΔΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΠΗΛΙΚΟ

Όλα είναι απόψε εδώ.
Μέσα σε μια σιωπή τόσο πηχτή,
τόσο αποπνικτική που σε ζαλίζει,
τόσο ομιχλώδη που σου κλείνει τους ορίζοντες.
Ψάχνεις λίγη θέρμη να τη λιώσεις:
τη ζεστασιά από ’να κερί
ή την ανάσα κάποιου ανθρώπου
πλάι στη δική σου που πάγωσε.
Πάγωσε, σαν την παλάμη σου, που απόμεινε απλωμένη
μούδιασε στην άκαρπη αναζήτηση μιας άλλης,
όμως κανείς δεν έστερξε να την αγγίξει.
Πού να τη βρεις τη ζεστασιά,
που όλα τα φώτα είναι εκεί κάτω,
τόσο μακριά κι ας φαίνονται κοντά σου
-μην τεντώνεις άδικα το χέρι, δεν τα φτάνεις-
τόσο μακριά που δεν ξεχωρίζεις πια
αν είναι λάμπες σπιτιών, στολίδια γιορτινά, φανάρια πλοίων, ή αστέρια.

Όλα είναι απόψε εδώ.
Τ’ αόρατά σου σύνεργα:
πένες με διάφανη μελάνη, αέρινα χαρτιά,
ειδική παραγγελία για τα μυστικά και τα κρυφά τα σχέδιά σου.
Πού θα τ’ αποτύπωνες αν όχι εκεί;
Οι μέρες απομόνωσης
-λεκέδες υγρασίας από δάκρυα πάνω στους τοίχους-
οι αρνήσεις και οι απαρνήσεις και οι απογοητεύσεις
έστησαν τρελό χορό μες στο μυαλό σου,
χορεύουν και γιορτάζουν με χαιρεκακία.
Όλοι γιορτάζουνε χωρίς εσένα.

Κανείς δεν είναι απόψε εδώ.
Ούτε εκείνοι που έχουνε ψυχές σα λεωφορεία
με όλες τις θέσεις τους πιασμένες
-πας ν’ ανεβείς κι όλο σου κλείνουνε τις πόρτες,
ποτέ δεν περισσεύει χώρος για σένα-
ούτε οι άλλοι, οι σπουδαίοι μαθηματικοί
που όλα τα βλέπουν σα διαιρέσεις,
ως και τους ανθρώπους που χωρούν μες στη ζωή τους
και πάντα τις διαιρέσεις τους τις θέλουν τέλειες.
Τα πηλίκα να ’ναι στρογγυλά και λεία
σαν τα αισθήματά τους.
Με τα υπόλοιπα δεν ξέρουν τι να κάνουν.
Γι’ αυτό κι εσύ απόψε θα τους κάνεις το χατίρι
και στο πηλίκο εκεί ένα μηδενικό θα γράψεις.
Τίποτα περισσευούμενο να μην αφήσεις.
Μηδέν εις το πηλίκο.
Μηδέν, μηδέν, όλα μηδέν.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ Δ. ΧΑΣΟΥ

Υ.Γ.: Γράφτηκε το βράδυ της 25ης Δεκεμβρίου 2005
και πήρε την τελική του μορφή το πρωινό της Δευτέρας 16 Ιανουαρίου 2006
(εν ώρα μαθήματος, φυσικά).
Εφκαρίστο. Γκαμπρέν.

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2006

ΑΣΚΗΜΩΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑΧ-ΒΑΧ

Τα δύο εσχάτως αναρτημένα ποιήματα στο blog μας είναι αλήθεια ότι έχουν καταφέρει να κατεβάσουν τον πήχη του συναγωνιΖμού σε δυσθεώρητα βάθη.
Με στόχο λοιπόν να πιάσω βαθύτερο νοηματικό πάτο από αυτά, έπιασα μολύβι (λέμε τώρα...) και έγραψα το πρώτο μου ποίημα, ήρωας του οποίου είναι ένας ασκημώος. Ένας άνθρωπος δηλαδή που η ασκήμια του πηγάζει από την υπέρμετρη κρυάδα του. Παρ’ όλη όμως την κρυάδα και την ξυνίλα του, διακατέχεται και από μΓια και δΓυο αυτογνωσίες.

Θα ήθελα εκ των προτέρων να ζητήσω την μη επιείκεια του αναγνωστικού κοινού για αυτό το πρώτο μου ποιητικό άλμα -εις βάθος-.
Τέλος, στο ευγενές πλαίσιο του αμείλικτου ανταγωνιΖμού και με άκρατη ταπεινοφροσύνη, θα επιθυμούσα να δηλώσω:
‘ΚύρΓιε ΣημαντήΛα, ποιητή της δεκάΛας, φάε την σκόνη μου!... ‘


ΠροφΥλαξη οθΟνης

Προφύλαξη οθόνης τα μούτρα μου θα βάλω·
από αυταρέσκεια όχι, μηδέ από ηδυπάθεια.
Έτσι ασκημώος που κατήντησα,
σε θαυμαΖμό έπαψα πλέον να προΖβλέπω.
Μάταιες ελπίδες τέτοιες πΓια δεν καταδέχομαι.

Προφύλαξη οθόνης τα μούτρα μου θα βάλω·
τον κόΖμο εγώ να τον τρομάζω,
κανείς ξανά να μην την πλησιάσει,
η αβάσταχτή μου όψη χρειώδης επιτέλους σε κάτι να φανεί.

Ο ποιητής της πεντάΛας,
Νασ-κημώ-ος Αβδαρμάνης

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2006

ΠΟΙΗΜΑΧ

Φρέσκο ποίημαχ, αδημοσίευτο. Πιθανότατα δεν θα απαγγελθεί στην εκζομπή, και θα αποτελέσει αποκλειστικό’ητα του blog μας, στο πλαίσΧιο της αναβάθμισής του και του απογαλακτιζμού του από τη μητρική ραδΓιοφωνική φόρμα.

Poly tha haro kapoios agglomathesteros apo mena kai eidikevmenos stis metafrasseis na to metaferei sta agglika, kai na to valoume kai se aggliko format someday. Let’s hope so.


Πόσες φορέσ(εις);


Μέρα με τη μέρα, μου έγιναν συνήθΧεια οι βαμβακερές μπλούζες.
Μου κόλλησε να συλλέγω και να φορώ βαμβακερές μπλούζες μες στο σπίτι.
Τ-shirtάκια, μακρυμάνικα, ημιφουτεροειδή, ψιλά/ελαφρά φούτερ
έχουν εκτοπίσει τιζ μπιτζάμες, κι έχουν γίνει το δεύτερο δέρμα μου μες στο σπίτι.
Γουστάρω που ευωδΓιάζουν φρεσκοπλυμμένες, μόλις έχουν στεγνώσει στη λιακάδα ασούμε.
Μα πΧιο πολύ με συγκινούν όταν, αφού τις έχω φορέσει τρεις-τέσσερις φορές, δυο-τρεις μέρες,
αποχτούν τη μυρουδΓιά Μου. Τη μυρουδΓιά τού κορμιού Μου. Φέρουν επάνω τους τα υγρά και τα αέρΓια μου.
Μέχρι ένα όρ-ι-ο. Μέχρι ένα όρ-ι-ο, όμως.
Μέχρι έναν αριθμό φορέματος, ο οποίος ποικίλλει ανά μπλούζα, και εξαρτάται και από τις εκάστοτε περιστάσεις.
Που, αν τον ξεπεράσω, η μπλούζα βρομάει.

Και θέλει –ξανά- πλύσιμο.

Γιάννης Σημαντήρας
φορώντας ένα κόκκινο Τ-shirt (για τα 50 χρόνια της YAMAHA)

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2006

ΠΟΙΗΜΑΛ

Χωρίς να πρόκειται για τίποτα σπουδαίο, το ποιηματάρΓιο μου, ‘Λέξεις ένδοξες από λάμδα’ με κέρδισε. Με έκαΜε να το αγαπήσω. Του εύχομαι να σημειώσει πάταγο, και να μείνει ανεξίτηλο στιζ μνήμεζ μας:

Λέξεις ένδοξες από λάμδα

Λαγνεία.
Λέρα.
Λήθη.
Λίπος.
Λόγος.
Λύσσα.
Λουφαδόρε…
Λοιμός.
Λωλαθήκαμε;

Ελάχιστες μόνο λέξεις που χρωστούν τη λαμπρότητά τους στο λάμδα τους.

Γιάννης ΣημαντήΛας