Μέσα σε μια σιωπή τόσο πηχτή,
τόσο αποπνικτική που σε ζαλίζει,
τόσο ομιχλώδη που σου κλείνει τους ορίζοντες.
Ψάχνεις λίγη θέρμη να τη λιώσεις:
τη ζεστασιά από ’να κερί
ή την ανάσα κάποιου ανθρώπου
πλάι στη δική σου που πάγωσε.
Πάγωσε, σαν την παλάμη σου, που απόμεινε απλωμένη
μούδιασε στην άκαρπη αναζήτηση μιας άλλης,
όμως κανείς δεν έστερξε να την αγγίξει.
Πού να τη βρεις τη ζεστασιά,
που όλα τα φώτα είναι εκεί κάτω,
τόσο μακριά κι ας φαίνονται κοντά σου
-μην τεντώνεις άδικα το χέρι, δεν τα φτάνεις-
τόσο μακριά που δεν ξεχωρίζεις πια
αν είναι λάμπες σπιτιών, στολίδια γιορτινά, φανάρια πλοίων, ή αστέρια.
Όλα είναι απόψε εδώ.
Τ’ αόρατά σου σύνεργα:
πένες με διάφανη μελάνη, αέρινα χαρτιά,
ειδική παραγγελία για τα μυστικά και τα κρυφά τα σχέδιά σου.
Πού θα τ’ αποτύπωνες αν όχι εκεί;
Οι μέρες απομόνωσης
-λεκέδες υγρασίας από δάκρυα πάνω στους τοίχους-
οι αρνήσεις και οι απαρνήσεις και οι απογοητεύσεις
έστησαν τρελό χορό μες στο μυαλό σου,
χορεύουν και γιορτάζουν με χαιρεκακία.
Όλοι γιορτάζουνε χωρίς εσένα.
Κανείς δεν είναι απόψε εδώ.
Ούτε εκείνοι που έχουνε ψυχές σα λεωφορεία
με όλες τις θέσεις τους πιασμένες
-πας ν’ ανεβείς κι όλο σου κλείνουνε τις πόρτες,
ποτέ δεν περισσεύει χώρος για σένα-
ούτε οι άλλοι, οι σπουδαίοι μαθηματικοί
που όλα τα βλέπουν σα διαιρέσεις,
ως και τους ανθρώπους που χωρούν μες στη ζωή τους
και πάντα τις διαιρέσεις τους τις θέλουν τέλειες.
Τα πηλίκα να ’ναι στρογγυλά και λεία
σαν τα αισθήματά τους.
Με τα υπόλοιπα δεν ξέρουν τι να κάνουν.
Γι’ αυτό κι εσύ απόψε θα τους κάνεις το χατίρι
και στο πηλίκο εκεί ένα μηδενικό θα γράψεις.
Τίποτα περισσευούμενο να μην αφήσεις.
Μηδέν εις το πηλίκο.
Μηδέν, μηδέν, όλα μηδέν.
ΧΡΙΣΤΙΝΑ Δ. ΧΑΣΟΥ
Υ.Γ.: Γράφτηκε το βράδυ της 25ης Δεκεμβρίου 2005
και πήρε την τελική του μορφή το πρωινό της Δευτέρας 16 Ιανουαρίου 2006
(εν ώρα μαθήματος, φυσικά).
Εφκαρίστο. Γκαμπρέν.
